Obituaries

Nicholas Doulgeris

October 8, 1922 - October 23, 2012

Burial Date October 25, 2012

Funeral Home Euro Funeral Services

Committal Details Eastern Suburbs Memorial Park

Church St Spyridon

Nicholas Doulgeris

was born in Thanos, Lemnos

on the 8 October 1922.

He arrived in Australia on the 23 Dec 1936 per SS VIMINALE.

Nicholas married Eleni (born at Rosopouli, Lemnos – on the 23rd August 1927)

The couple married on the 27th April 1947

and they were blessed with two children

Con and Pauline, daughter-in-law Evon

grandchildren Simone και Johnny, Jajou, Nicholas και Karina,

Angelo and Nicole Goutzios, and two great grandchildren Christian και Matthew.

Nicholas sadly passed away on the 23rd October 2012

aged 90 years.

 

**************

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΚΗΔΕΙΑΣ

Με μεγάλη μας θλίψη αναγγέλουμε τον θάνατο του πολυαγαπημένου μας και πάντα αξέχαστου συζύγου, πατέρα, παππού και προπάππου

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΟΥΛΓΕΡΗ
ετών 90

από Θάνος, Λήμνος
που απεβίωσε στις 23 Οκτωβρίου 2012

H νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί σήμερα Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012 και ώρα 11:00 π.μ. στον Ι. Ν. ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ, 72-76 Gardeners Rd, Kingsford, η δε σορός του θα ενταφιαστεί στο νεκροταφείο του Botany.

Oι τεθλιμμένοι: η σύζυγος Ελένη, τα τέκνα Con και Evon, και Pauline, τα εγγόνια Simone και Johnny, Jajou, Nicholas και Karina, Angelo και Nicole Goutzios, τα δύο δυσέγγονα Christian και Matthew, και λοιποί συγγενείς και φίλοι.

Παρακαλείσθε όπως αντί στεφάνια και λουλούδια δωρεές να γίνουν στη μνήμη του υπέρ της ενορίας του ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ, Kingsford.

******

Δουλκέρης Νικόλαος από το Θάνος, 1936

(πηγή: http://silogosatsikioton.blogspot.com/2010/04/3.html)
Στην Αυστραλία ήλθα το 1936. Ήλθα με πρόσκληση από την εξαδέλφη μου, όπου και έμεινα μαζί τους, στο Κουίνμπιαν. Εκεί είχανε μπαχτσέ και φρουταρία. Εγώ δούλευα στον μπαχτσέ (περιβόλι) τις πρωινές ώρες, και μετά στη φρουταρία μέχρι τις δέκα το βράδυ.
Για πληρωμή, μόνο φαί και ύπνο. Μετά από τέσσερις μήνες, με πληρώνανε δέκα σελίνια την εβδομάδα. Αλλά εγώ με αυτά τα λεφτά δεν μπορούσα να ξεχρεώσω τις πενήντα λίρες που τους χρωστούσα για τα ναύλα μου, και να στέλνω και στη μάνα μου για να ζήσει τα ορφανά τα αδέλφια μου.
Το 1937 με στείλανε στην άλλη εξαδέλφη μου, στο Τιούμουτ, που είχανε ρέστοραντ και φρουταρία. Εκεί δούλευα από τις έξι το πρωί μέχρι στις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Κοιμόμαστε επάνω στη βεράντα, μέσα στο κρύο. Βάζαμε ξύλινα μπανανόμποξα για κρεβάτια, εφημερίδες για σεντόνια να μην περνάει το κρύο, και τσουβάλια για κουβέρτες, μαζί με τη φαντή την μάλλινη κουβέρτα που μου είχε δώσει η μάνα μου όταν έφυγα. Αλλά, όσο και να σκεπαζόμαστε, δεν μπορούσαμε να ζεσταθούμε.
Μέσα στο χρόνο επάνω, κάηκε το μαγαζί, και γλίτωσα. Πήγα πίσω στο Κουίνμπιαν, και τότε με πληρώνανε μία λίρα την εβδομάδα, για να τους ξεχρεώσω το χρέος μου. Αργότερα αγοράσανε περιβόλι στο Νίνγκαν από Κινέζους, πήγα κι’ εγώ μαζί, και με πληρώνανε εικοσιπέντε σελίνια. Εκεί πάλι κοιμόμουνα επάνω στις ξύλινες κάσες. Το φαί ήτανε ψωμί με μαρμελάδα την ημέρα, και το βράδυ, νερόβραστο ρύζι, το οποίο είχανε αφήσει οι Κινέζοι που είχανε πρώτα τη φάρμα. Ζήτησα αύξηση γιατί δούλευα πολύ, να με πληρώνουνε τριάντα σελίνια, αλλά τους φανήκανε πολλά, και με διώξανε.
Από εκεί, ήλθα στο Σύδνεϋ. Εκεί, βρήκα τον Σάββα Κολομόντο, και με πήρε στο Κουίνμπιαν, όπου είχε περιβόλι και φρουταρία, και εγώ δούλευα στο περιβόλι. Τον χειμώνα έφυγα και πήγα στο Κουίνσλαντ, και μάζευα μπαμπάκι. Έπαιρνα μία πέννα την λίτρα. Ήτανε Έλληνας ο φαρμαδόρος. Εμείς οι εργάτες, μέναμε μέσα σε αντίσκηνα και φτιάχναμε κρεβάτια από τσουβάλια, και σκεπαζόμαστε με τσουβάλια, γιατί δεν είχαμε λεφτά. Εγώ τα έστελνα όλα στη μάνα μου, για να ζήσει τα αδέλφια μου.
Πήγα και στο Μακάι και δούλευα σε φρουταρία και πάλι στα μπαμπάκια, και όταν τελείωσε η εποχή, καθαρίζαμε το κτήμα από δένδρα και έπαιρνα δέκα σελίνια την ημέρα. Τρώγαμε ψωμί, βούτυρο και μαρμελάδα γιατί ήτανε φτηνά.
Στο Μακάι πήγα για δουλειά και στο κόψιμο ζαχαροκάλαμου. Για εμένα ήτανε πολύ βαριά δουλειά, μπροστά σε κείνες που ήμουνα μαθημένος. Έπαιρνα έξι σελίνια τον τόνο, να κόψω, να δέσω και να φορτώσω στο φορτηγό το ζαχαροκάλαμο. Εκεί τουλάχιστον, μας παραχωρούσε ο φαρμαδόρος ένα κρεβάτι και η γυναίκα του μας μαγείρευε μεσημέρι και βράδυ. Θυμάμαι, γινόμαστε μαύροι από τη τσίκνα, γιατί καίγαμε το ζαχαροκάλαμο την πρώτη ημέρα πριν το κόψουμε, και την άλλη μέρα που το κόβαμε, ήτανε γεμάτο μουντζούρα. Μαζί με το σιρόπι του καλαμιού που κόλλαγε επάνω μας, μαυρίζαμε και μόνο τα μάτια μας ασπρίζανε. Κάθε τόσο, πέφταμε μέσα στο ποτάμι να καθαριστούμε, γιατί οι μύγες κολλούσαν ε επάνω μας. Είχαμε και φίδια μέσα στα καλάμια, αλλά φεύγανε με τη φωτιά.