Vasilis Psarakos

April 26, 2021

Vasilis Psarakos passed away surrounded by his loving family [source: Neos Kosmos – article by: Iris Papathanasiou]

“A single twig breaks, but a bundle of twigs is strong,” Vasilis Psarakos used to tell his children often as he tried to instill in them the value of family and strength in unity. Well-known in the Greek community of Melbourne, Vasilis Psarakos and his brothers had founded the continental delicatessen PSARAKOS 49 years ago, famous for its Greek and continental products.

Mr Psarakos would always put his family above all else. He passed away, surrounded by his loved ones, on the night of Good Monday. He took his last breath listening to his favourite psalms, the tsamika he loved, and the familiar voices of his children and grandchildren.

A fulfilling life
Vasilis Psarakos was the eldest brother of ten children from the remote village of Lapanagoi in Kalavryta. He had a difficult childhood and the responsibility from a very young age, to help the growing family of siblings. He was only 20 when he boarded the ship to Australia, on his own, but then, through the years he brought 8 of his siblings to Melbourne, to live under the same roof with him, until they made a family of their own.

“He didn’t know anyone in Australia when he came,” his daughter, Dorothy (Theodora) Stavros, told Neos Kosmos. He had submitted documents to go to the camps in Bonegilla, but when he disembarked in Port Melbourne, he started to talking with some of the Greeks there, until one of them recognised his surname and insisted that he should not leave for Bonegilla.

“You are one of us and you should come with me,” he said. And so he did.

His family found out about his first years in Australia, only a few months ago, in January, when they surprised him on his 80th birthday with a celebration at the Pier of Port Melbourne, his daughter tells us with emotion.

“Tell us your journey, we asked him, then.”

And so, he talked about his life.

“When my uncle arrived in Australia, they lived together with my dad in one room, until they decided to get a house together. He met my mum in the neighbourhood, and soon asked for permission to marry her from my mum’s older brother. Within three months, they were married in the church of Aghia Triada in Richomnd.”

“He always wanted his people around him, his customers, his compatriots. He created strong bonds.” Childhood memories Ms Stavros explains that their home was always full of people. “We lived upstairs from the shop, and we all lived together. When my uncles started getting married we moved into our own home, but they continued to work together in the shop. We work there too, and now most of the children are also working in the shop, alongside their studies.”

“He always wanted his people around him, his customers, his compatriots. He created strong bonds,” Ms Stavros said, adding that after so many years, many customers had become friends.

“My dad was very strong, resilient, disciplined, with old fashioned values, very strict -though with his grandkids not so much anymore – and very religious. Everything he did was alongside the church. The only day he didn’t work was Sunday and then he would go to the church from the morning.”

He went twice back to Greece. The first time he returned to his village was 30 years after he arrived to Australia. But he never forgot his homeland. When the brothers opened PSARAKOS in Thronbury in 1972, Vasilis Psarakos insisted that they should keep their Greek name for the business. He was very proud of his heritage and his Greek name.

“His strong faith is what helped him, and us as well, through the loss of my older sister Nikolitsa, who was his first child. And faith is what will help us now with our dad’s passing. We know he is in a better place, in life eternal,” Ms Stavros said, and she believes that it is not a coincidence that he passed on, during Holy Week, as it was always his favourite time of the year.

The first time he returned to his village was 30 years after he arrived to Australia. But he never forgot his homeland.
He was very proud of his grandchildren who all attended St John’s Greek school. And when two of his grandkids created the band “Dio Patrides” he asked them to write a song about their origins, their two homelands, and how they would continue on the same path as their grandparents, and parents.



Ο πάτερ φαμίλιας της γνώστης οικογένειας Ψαράκου έφυγε για το αιώνιο ταξίδι [άρθρο της ΙΡΙΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέος Κόσμος στις 4 Μαΐου 2021]

«Ένα κλαδί είναι αδύναμο από μόνο του, αλλά πολλά κλαδιά μαζί είναι ισχυρά και άθραυστα» συνήθιζε να λέει συχνά στα παιδιά του ο Βασίλης Ψαράκος, προσπαθώντας να τους εμφυσήσει την αξία της οικογένειας και της ισχύος εν τη ενώσει.

Ο γνωστός συμπάροικος που ίδρυσε μαζί με τα αδέλφια του την αλυσίδα ντελικατέσεν PSARAKOS, στη Μελβούρνη πριν από 49 χρόνια, έβαζε την οικογένεια πάντα πάνω απ’ όλα. Κι έτσι κι έφυγε το βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας, περιτριγυρισμένος από τους δικούς του ανθρώπους. Άφησε την τελευταία του πνοή ακούγοντας τους αγαπημένους του ύμνους, τα τσάμικα που λάτρευε και τις οικείες φωνές των παιδιών και των εγγονών του.

Ο Βασίλης Ψαράκος ήταν ο πρωτότοκος γιος μιας πολύτεκνης οικογένειας από το ορεινό χωριό των Λαπαναγών στα Καλάβρυτα. Ήταν μόνο 20 ετών όταν μπάρκαρε για την Αυστραλία, αλλά στα χρόνια που πέρασαν έφερε έναν-έναν, οκτώ από τα δέκα αδέλφια του, να ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη στη Μελβούρνη, μέχρι να αποκτήσουν τη δική τους οικογένεια.

«Δεν ήξερε κανέναν στην Αυστραλία όταν έφυγε από την Ελλάδα» είπε στον «Νέο Κόσμο» η κόρη του, Θεοδώρα (Dorothy Stavros). Είχε κάνει τα χαρτιά του για να πάει στο χώρο υποδοχής μεταναστών στην Bonegilla.

Αλλά κατεβαίνοντας από το Πατρίς, στο Port Melbourne, έπιασε κουβέντα με έναν πατριώτη ο οποίος αναγνώρισε το επώνυμό του και επέμεινε να μην φύγει για την Bonegilla. «Δεν αφήνουμε δικό μας παιδί να πάει μόνο του στην Bonegilla. Θα έρθεις με μένα» είχε πει, και έτσι κι έγινε.

Ο νεαρός τότε Βασίλης Ψαράκος έπιασε δουλειά στην General Motors από το πρώτο κιόλας βράδυ που πάτησε το πόδι του στην Αυστραλία. Όταν πήγε να ζητήσει δουλειά τον κράτησαν εκεί για να κάνει τη νυχτερινή βάρδια και η οικογένεια που τον φιλοξένησε έκαναν τα πάνδεινα να τον βρει, νομίζοντας ότι είχε χαθεί στην πόλη, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα ή τα κατατόπα.

Όλα αυτά τα γεγονότα γύρω από το ταξίδι του στην ξενιτιά, τα έμαθαν τα παιδιά και τα εγγόνια του πρόσφατα, όταν του έκαναν έκπληξη για να γιορτάσουν τα 80ά του γενέθλια τον Ιανουάριο. Τον συνάντησαν στην αποβάθρα του Port Melbourne και μαζί του πήγαν στο κάθε σπίτι όπου έζησε, κι εκείνος τους διηγείτο τις ιστορίες της ζωής του, μας λέει συγκινημένη η κόρη του.

«Όταν έφτασε στην Αυστραλία ο θείος μου, έμεινε μαζί με τον πατέρα μου στο ίδιο δωμάτιο, μέχρι που αποφάσισαν να αγοράσουν ένα σπίτι. Στη γειτονιά τότε συνάντησε τη μητέρα μου και δεν άργησε να ζητήσει το χέρι της από τον μεγάλο αδελφό της. Μέσα σε τρεις μήνες έγινε ο γάμος τους στην Αγία Τριάδα του Richmond».

Η Θεοδώρα εξηγεί ότι μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι που ήταν πάντα γεμάτο. «Μέναμε πάνω από το μαγαζί μαζί με τους θείους μας, οι οποίοι παρ’ ότι έφυγαν όταν παντρεύτηκαν, συνέχιζαν να δουλεύουν όλοι μαζί στο μαγαζί. Τώρα ακόμα δουλεύουν μαζί, κι εμείς επίσης, αλλά και τα δικά μας παιδιά ακόμα έχουν αρχίσει να κάνουν βάρδιες εκεί, ενώ σπουδάζουν».

«Πάντα ήθελε να έχει τους ανθρώπους του γύρω του, τους πελάτες του, τους συμπατριώτες του. Δημιούργησε δυνατές φιλίες» προσθέτει η Θεοδώρα, και εξηγεί ότι μετά από τόσα χρόνια οι πελάτες πλέον έγιναν φίλοι.

Την Κυριακή των Βαΐων, μία ημέρα πριν φύγει, συγκεντρώθηκε όλη η οικογένεια στο πατρικό για να μαγειρέψουν μαζί για μια τελευταία φορά. Ήταν σαν ένα τελευταίο αντίο.

«Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ δυνατός άνθρωπος. Ανθεκτικός, πειθαρχημένος, παραδοσιακός και αρκετά αυστηρός μαζί μας. Ήταν και βαθιά θρησκευόμενος. Ό,τι έκανε στη ζωή του, στη δουλειά του ή με την οικογένειά του, ήταν όλα συνδεδεμένα με την Εκκλησία. Τη μόνη μέρα που είχε ελεύθερη ήταν την Κυριακή, αλλά και τότε ξυπνούσε χαράματα για να πάει στην εκκλησία».

Επέστρεψε στο χωριό του μόνο δύο φορές στη ζωή του, και η πρώτη φορά ήταν 30 χρόνια μετά την άφιξή του στην Αυστραλία. Αλλά ποτέ δεν ξέχασε την πατρίδα του. Όταν άνοιξαν τα αδέλφια το πρώτο μαγαζί στο Thornbury το 1972, ο Βασίλης Ψαράκος ήθελε να δώσουν το δικό τους όνομα στην επιχείρηση. Ήταν περήφανος για το ελληνικό του όνομα και την ελληνική του κληρονομιά, ενώ για το λογότυπο του μαγαζιού επέλεξαν το χρώμα μπλε, για να θυμίζει την Ελλάδα.

«Η βαθιά του πίστη ήταν αυτή που τον κράτησε, και εμάς το ίδιο, τα τελευταία δυόμισι χρόνια, απ’ όταν χάσαμε τη μεγάλη αδελφή μας, τη Νικολίτσα, που ήταν και το πρώτο του παιδί. Και η πίστη μας είναι αυτή που θα μας βοηθήσει τώρα που έφυγε.

Ξέρουμε ότι βρίσκεται σ’ ένα καλύτερο μέρος» λέει η Θεοδώρα, ενώ θεωρεί ότι δεν είναι τυχαίο που έφυγε Μεγάλη Δευτέρα, καθώς η αγαπημένη του περίοδος του χρόνου ήταν η Μεγάλη Εβδομάδα.  Ο Ψαράκος είχε διασθανθεί, επίσης, την αξία της πολυπολιτισμικότητας. Στο κατάστημα, εκτός από τα ελληνικά προϊόντα, έφερνε προϊόντα και από την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία. Έκανε παρέα με όλες τις φυλές, έμαθε Αγγλικά και αγαπούσε την Αυστραλία, έγινε η πατρίδα του, αλλά διατηρούσε και τα ελληνικά έθιμα. Ήταν ιδιαίτερα περήφανος για τα εγγόνια του που παρακολούθησαν το ελληνικό σχολείου Αγίου Ιωάννη και μιλούσαν καλά τη γλώσσα. Όταν δύο από τα εγγόνια του δημιούργησαν το μουσικό συγκρότημα «Dio Patrides», τους ζήτησε να γράψουν ένα τραγούδι για την κληρονομιά τους, δίνοντάς τους τα λόγια που ήθελε να τραγουδήσουν αναφερόμενοι στην καταγωγή τους, στις δύο τους πατρίδες, και να συνεχίσουν τον δρόμο που χάραξαν οι παππούδες, οι γιαγιάδες και οι γονείς τους.